Τρίτη, 13 Ιουνίου 2017

Γ. Κυριόπουλος: Δεν είναι η πολυφαρμακία που ανεβάζει τη φαρμακευτική δαπάνη

Print Friendly and PDFPrintPrint Friendly and PDFPDF
Η κατανάλωση των «ασφαλισμένων» φαρμάκων στη χώρα μας είναι σε γενικές γραμμές κάτω του μέσου όρου του ΟΟΣΑ και αυτή η ρητορική της πολυφαρμακίας, της μεγάλης κατανάλωσης φαρμάκων είναι εξωπραγματική, δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα και με τα στοιχεία που έχουμε.

Αυτό ανέφερε ο Καθηγητής της ΕΣΔΥ κ. Γιάννης Κυριόπουλος μιλώντας το Σάββατο 10 Ιουνίου στο Βόλο κατά τη διάρκεια των εργασιών της πρώτης από τις δύο μέρες του 30ου Πανελληνίου Συνεδρίου της Ομοσπονδίας Συνεταιρισμών Φαρμακοποιών Ελλάδος (ΟΣΦΕ) με θέμα «Οι συνεταιρισμοί των φαρμακοποιών ως βασικός συντελεστής για την αποτελεσματική συμβολή του φαρμακείου στην Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας».


Το θέμα του στρογγυλού τραπεζιού, όπου μίλησαν ο κ. Κυριόπουλος και ο συνεργάτης ερευνητής του Τομέα Οικονομικών της Υγείας της ΕΣΔΥ, κ. Κώστας Αθανασάκης ήταν «Πολιτική υγείας και ανάπτυξη στα χρόνια της επιτροπείας».

Όπως έδειξε ο Καθηγητής, σε διαφάνεια για την κατανάλωση φαρμάκων στις χώρες του ΟΟΣΑ και στην Ελλάδα το 2015 σε προσδιορισμένες ημερήσιες δόσεις οι Έλληνες δεν κάνουν μεγάλη κατανάλωση φαρμάκων.

«Δεν ξέρω τι έκαναν στο παρελθόν ή εάν μάζευαν φάρμακα αλλά σε όρους κατανάλωσης είναι προφανές ότι οι Έλληνες πολίτες είναι μετρημένοι χρήστες φαρμάκων, όπως και είναι μετρημένοι χρήστες εξωνοσοκομειακής περίθαλψης αφού, ενώ στις ευρωπαϊκές χώρες του ΟΟΣΑ γίνονται περίπου 8 επισκέψεις κατ’ έτος, στη χώρα μας γίνονται 5,2 επισκέψεις».

Εκρηκτικό μείγμα
Όπως ανέφερε ο κ. Κυριόπουλος «αυτή η παραφιλολογία έρχεται από πολύ παλιά. Υπήρξαν περίοδοι που ενδεχομένως υπήρχαν τέτοια προβλήματα. Τα τελευταία όμως χρόνια που οι μετρήσεις είναι ακριβείς και αξιόπιστες και συγκρίσιμες μεταξύ των χωρών σε εκκαθαρισμένες ημερήσιες δόσεις φαρμάκων ανά κατηγορία δεν προκύπτει ότι οι Έλληνες καταναλώνουν πολλά φάρμακα. θα έλεγα το αντίθετο. Σε όλες τις περιπτώσεις πλην της κατηγορίας που αφορά το αίμα και τα παράγωγα αυτού και της κατηγορίας του μεταβολισμού και του διαβήτη όπου είμαστε λίγο, ελάχιστα πάνω από τον μέσο όρο σε όλες τις άλλες κατηγορίες είμαστε αρκετά κάτω από το μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ. Η αλήθεια είναι ότι ενώ έχουμε χαμηλό όγκο έχουμε μεγαλύτερο κόστος και αυτό δεν οφείλεται τόσο στις τιμές όσο οφείλεται κυρίως στο μείγμα μεταξύ πρωτοτύπων και γενοσήμων φαρμάκων».

Το πρόβλημα είναι ότι έχουμε εύκολη αλλαγή της τεχνολογικής γενιάς και χωρίς φραγμό. Στον παράγοντα της καινοτομίας, όπως εξήγησε, «είμαστε λιγάκι απρόσεχτοι και αμελέτητοι, δηλαδή εισάγουμε την καινοτομία μ’ έναν άκριτο τρόπο. Γίνονται διάφορες προσπάθειες και σε ό,τι αφορά τον έλεγχο της καινοτομίας και σε ό,τι αφορά τις διαπραγματεύσεις τιμών οι οποίες δεν είναι ακόμη σε ώριμο επίπεδο ώστε να μπορείς να τις αξιολογήσεις. Είναι πάντως θετικό το ότι συζητείται το θέμα».

Κατά την παρουσίασή του ο κ. Κυριόπουλος στάθηκε στο γεγονός ότι «στο καλάθι με τα καινοτομικά έχουμε περισσότερα από τους άλλους και έχουμε γενόσημα πολύ λιγότερα από τους άλλους και ενδεχομένως με τσιμπημένες τιμές. Αυτό είναι ένα θέμα το οποίο χρειάζεται σοβαρή προσέγγιση, σοβαρή ανάλυση μεταξύ των παικτών της φαρμακευτικής αγοράς (κράτος, φαρμακοβιομηχανία και φαρμακοποιοί)».

Το βέβαιο είναι ότι η βαθμονόμηση της καινοτομίας αποτελεί ένα θέμα που χρειάζεται να εξεταστεί άμεσα καθώς σύμφωνα με τα στοιχεία που δόθηκαν στο συνέδριο συνιστά τον κύριο αιτιολογικό παράγοντα διατήρησης της υψηλής φαρμακευτικής δαπάνης στη χώρα μας, δεδομένου ότι το 57% των πωλήσεων αφορούν σε σκευάσματα της τελευταίας δεκαετίας. Βεβαίως επισημάνθηκε ότι η έννοια νέο φάρμακο δεν περιλαμβάνει μόνο νέες δραστικές ουσίες, αλλά και νέες συσκευασίες και νέες φαρμακοτεχνικές μορφές.

Στο κατά πόσο πράγματι μπορεί να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα αυτό ο κ. Κυριόπουλος παρουσίασε έναν αλγόριθμο προτεραιοποίησης της φαρμακευτικής καινοτομίας που απαντά στο ποια καινοτομία, πόση καινοτομία και γιατί τη θέλουμε.

Ερωτήματα που τίθενται, με αυτόν τον αλγόριθμο, είναι το κατά πόσο με τη χρησιμοποίηση της καινοτομίας υπάρχει κέρδος σε ποιοτικά έτη ζωής και πόσο μεγάλο είναι αυτό το κέρδος, το εάν καλύπτονται πραγματικές ανάγκες υγείας, το εάν επιλύονται προβλήματα. Επίσης σημαντικός παράγοντας είναι η ηλικία και το εάν κάνω τα ίδια σε ένα άτομο νεαρής ηλικίας σε σχέση με κάποιον που είναι μεγαλύτερης ηλικίας, όπως και η επίπτωση στην υγεία σε μη θεραπεία –μικρή, αναπηρία, θάνατος- και η επίπτωση της καινοτομίας στον προϋπολογισμό με δεδομένο ότι η εισαγωγή αυτής της τεχνολογίας εκτοπίζει από τον προϋπολογισμό, όπως είπε ο Καθηγητής, άλλα φάρμακα ή άλλες δαπάνες υγείας που είναι πάρα πολύ χρήσιμες.

Κατανομή βαρών ανάλογα με το εισόδημα
Στις προτεραιότητες της φαρμακευτικής πολιτικής ο κ. Κυριόπουλος έθεσε και την εισαγωγή της συνασφάλισης μ’ ένα εναλλακτικό σύστημα κατανομής των βαρών στη φαρμακευτική θεραπεία, όπου ο καθορισμός του ύψους της συμμετοχής των ασθενών στο κόστος θα γίνεται αναλόγως του εισοδήματος και αντιστρόφως ανάλογα της δαπάνης.

Παρουσίασε μάλιστα έναν άλλο αλγόριθμο που δημιούργησε πρόσφατα μαζί με τον κ. Αθανασάκη ο οποίος, όπως είπε, αφορά ακριβώς τη συμμετοχή στο κόστος και που είναι ρεαλιστικός και εφαρμόσιμος άμεσα εάν το αποφασίσει η κυβέρνηση.

Στοιχεία - σοκ
Το γεγονός είναι ότι η φαρμακευτική δαπάνη στη χώρα μας δυστυχώς, «με τον έναν ή τον άλλο τρόπο εξακολουθεί να εμφανίζεται ως ποσοστό του ΑΕΠ υψηλή. Αυτό δεν μπορούμε να το κρύψουμε και να λέμε ότι δεν είναι έτσι, ότι μειώθηκε η δημόσια δαπάνη χωρίς να λέμε ότι αυξήθηκε η ιδιωτική» σημείωσε ο κ. Κυριόπουλος. Και πράγματι τα στοιχεία που έδωσε αυτό δείχνουν.

Ενώ η δαπάνη για την υγεία ως ποσοστό του ΑΕΠ έχει πέσει κάτω από τον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ στο 8,2% (2016) του ΑΕΠ των 180 δισεκατομμυρίων τη στιγμή που το 2009 ήταν 10,3% ενός ΑΕΠ 240 δισεκατομμυρίων ευρώ, -γεγονός που σημαίνει ότι έχει χαθεί το 35% των δαπανών για την υγεία μέσα σε αυτά τα χρόνια- η μείωση της φαρμακευτικής δαπάνης δεν είναι αφενός τόσο μεγάλη όσο λέγεται, αφετέρου εξακολουθεί να είναι σημαντική στο σύνολο της δαπάνης υγείας.

Μεγάλο ενδιαφέρον είχε ένα διάγραμμα που παρουσίασε ο κ. Κυριόπουλος σχετικά με τη φαρμακευτική δαπάνη ως ποσοστό του ΑΕΠ, όπου το 2014 παρά τις μεγάλες περικοπές –μείωση περίπου 50%- φαίνεται ότι εξακολουθούσαμε να είμαστε πρώτοι μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ. «Αυτό», όπως εξήγησε ο κ. Κυριόπουλος «έχει να κάνει με τη μείωση ακριβώς του ΑΕΠ. Μία αύξηση του ΑΕΠ θα οδηγούσε σε μείωση της φαρμακευτικής δαπάνης ως ποσοστό του ΑΕΠ».

Το αμέσως επόμενο διάγραμμα που παρουσίασε ήταν όμως ακόμη πιο εντυπωσιακό, καθώς δείχνει ότι μετά τη στάθμιση η δαπάνη το 2009 σε όρους 2014 ήταν 4.275 εκατομμύρια ευρώ, δηλαδή μόλις 247 εκατομμύρια λιγότερα σε σχέση με τα 3.927 εκατομμύρια της χρονιάς αυτής. Και αναρωτήθηκε ο κ. Κυριόπουλος. Τι συνέβη λοιπόν, όλη αυτή η φασαρία, η ανακατωσούρα για να μειωθούν κατά 250 εκατομμύρια οι δαπάνες;

Η αναλογική (στο σύνολο της δαπάνης υγείας) φαρμακευτική δαπάνη στη χώρα μας ανέρχεται σε 28,1% έναντι 15,6% στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή 2,3% του ΑΕΠ έναντι 1,4% του μέσου όρου στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία του ΟΟΣΑ.

Σύμφωνα με τον Καθηγητή των Οικονομικών της Υγείας πρέπει να δούμε την αλήθεια για τη φαρμακευτική δαπάνη κατάματα και να την αντιμετωπίσουμε. «Αυτό δεν μπορούμε να το κρύψουμε και να λέμε δεν είναι έτσι ότι μειώθηκε η δημόσια δαπάνη χωρίς να λέμε ότι αυξήθηκε η ιδιωτική (από 700 εκατομμύρια στο 1,9 δισεκατομμύριο). Και δεν μπορούμε να το κρύψουμε πολύ καιρό. Θεωρώ πιο φρόνιμο να το συζητήσουμε και να βρούμε τις λύσεις εκείνες οι οποίες θα είναι ισορροπημένες και για τα φαρμακεία και για τη φαρμακοβιομηχανία και για τους χρήστες και για το κράτος. Και δεν μπορεί να έχεις ισορροπημένες λύσεις εάν δεν έχεις καθαρά μεγέθη μπροστά σου, ανεξάρτητα από την απόφαση που θα πάρεις».

Στο πλαίσιο αυτό είναι ανάγκη εφαρμογής πολιτικών συγκράτησης της δαπάνης και ελέγχου της καινοτομίας μέσω της τεκμηριωμένης συνταγογράφησης. «Αυτό γίνεται σε όλο τον κόσμο και επιχειρείται και σε εμάς -πρέπει να ομολογήσω τον τελευταίο καιρό- με ηλεκτρονικά συστήματα συνταγογράφησης. Έχουμε μία καλή βάση δεδομένων την οποία όμως δεν έχουμε εκμεταλλευτεί σχεδόν καθόλου –και μιλάω για την ηλεκτρονική συνταγογράφηση. Εδώ θα έπρεπε να δοθεί πολύ μεγάλη έμφαση και πρέπει να πιέσουμε την κυβέρνηση να πάει προς αυτήν την κατεύθυνση» σημείωσε ο κ. Κυριόπουλος.

Ο φαρμακοποιός έχει ρόλο να παίξει
Στο ερώτημα για το κατά πόσο ο φαρμακοποιός μπορεί να συμβάλλει στη μείωση της φαρμακευτικής δαπάνης ο Καθηγητής στην ΕΣΔΥ απάντησε ότι «αν δοθούν κίνητρα στους φαρμακοποιούς μπορούν να παίξουν σημαντικό ρόλο». Από εκεί και πέρα είναι και θέμα ευθύνης του ίδιου του κλάδου να αναδείξει τον επιστημονικό του ρόλο. «Νομίζω ότι και οι φαρμακοποιοί οι ίδιοι ως κλάδος αλλά και τα κρατικά όργανα πρέπει να αποδώσουν μεγαλύτερο βάρος στη δουλειά και τη συμμετοχή τους στις υπηρεσίες υγείας, όχι απλά στη διανομή των φαρμάκων αλλά στη συμβουλευτική υποστήριξη των ασθενών, κυρίως των χρονίως πασχόντων, στη συμμόρφωση των ασθενών όσον αφορά τη θεραπεία τους γιατί εκεί έχουμε πάρα πολύ μεγάλα προβλήματα και κατά συνέπεια και η συνταγογράφηση και οι ιατρικές συμβουλές δεν μπορούν να αποδώσουν εάν δεν υπάρχει συμμόρφωση και αυτό είναι ένα θέμα το οποίο οι φαρμακοποιοί ως υγειονομικοί επιστήμονες πρέπει να το δουλέψουν αρκετά καλά».


Πηγή : Dailypharmanews