Πέμπτη, 7 Ιουνίου 2018

Όταν η τιμολόγηση των φαρμάκων γινόταν από το υπουργείο Ανάπτυξης

Print Friendly and PDFPrintPrint Friendly and PDFPDF
Πολύς λόγος γίνεται τελευταία για την τιμολόγηση των φαρμάκων και το κατά πόσον οι τιμές τους είναι υψηλές σε σχέση με τις τιμές των ίδιων προϊόντων στις άλλες χώρες.
Είναι γνωστό ότι οι τιμές των φαρμάκων στην Ελλάδα λαμβάνονται υπόψη για τη διαμόρφωση των τιμών σε παγκόσμιο επίπεδο, αφού η χώρα μας είναι μία από τις χώρες αναφοράς. Εύλογο είναι λοιπόν το «ενδιαφέρον» των φαρμακευτικών εταιρειών να πετύχουν τις καλύτερες δυνατές τιμές για τα προϊόντα τους.
Το θέμα είναι εάν η τιμολόγηση των φαρμάκων στη χώρα μας διασφαλίζει πρωτίστως το δημόσιο συμφέρον και περιορίζει στο ελάχιστο την πιθανότητα του να αποτελέσει η χώρα μας «όχημα» για την κερδοφορία των φαρμακευτικών εταιρειών τόσο σε τοπικό όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο.
Το να γίνεται η τιμολόγηση των φαρμάκων με βάση τον μέσο όρο των τριών χαμηλότερων τιμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης φαίνεται να διασφαλίζει τα ανωτέρω και αυτό συμβαίνει σήμερα.
Σημειώνεται ότι την αρμοδιότητα για την τιμολόγηση των φαρμάκων την έχει εδώ και 7 χρόνια το υπουργείο υγείας, ενώ πιο πριν αυτή ήταν αρμοδιότητα του υπουργείου ανάπτυξης.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε η κατάθεση του γενικού επιθεωρητή του Σώματος Επιθεωρητών Υγείας και Πρόνοιας (ΣΕΥΥΠ) κ. Σταύρου Ευαγγελάτου στην εξεταστική επιτροπή της Βουλής που διερευνά τα σκάνδαλα στην υγεία από το 1997 έως το 2014. Σε ότι αφορά τις προμήθειες των υλικών και των αναλωσίμων για τα δημόσια νοσοκομεία, ο κ. Ευαγγελάτος κατέθεσε ότι για κάποια χρόνια αυτές γινόταν με απευθείας αναθέσεις και σε τιμές πολύ ψηλότερες των άλλων χωρών της Ευρώπης και μάλιστα «νόμιμα», αφού υπήρχαν Κοινές Υπουργικές Αποφάσεις, τις οποίες προσκόμισε μάλιστα στην επιτροπή, που έθεταν ανώτατες τιμές στην αγορά.
Για τα φάρμακα, την περίοδο που αυτή γινόταν στο υπουργείο ανάπτυξης, το 2009, ο γενικός επιθεωρητής προσκόμισε υπουργική απόφαση (Αγορανομική διάταξη 7, ΦΕΚ Β΄1388/2009) που στο άρθρο 336 λέει επί λέξει τι λαμβάνονταν υπόψη για την τιμολόγηση «1. Από την έρευνα των τιμών πώλησης στις χώρες της Ε.E. που κυκλοφορεί τα φάρμακο, λαμβάνεται υπόψη η προς χονδρέμπορο τιμή πώλησης που θα προκύπτει από το μέσο όρο των τριών (3) χαμηλότερων τιμών της Ε.Ε., εκ των οποίων δύο (2) από τις 15 χώρες της Ε.Ε. πλέον της Ελβετίας και μία από τις 10 χώρες που προσχώρησαν την 1.5.2004 στην Ε.Ε., στον οποίο προστίθενται τα έξοδα εισαγωγής και οι υποχρεωτικές εκπτώσεις.».
Από αυτή τη διάταξη του 2009 φαίνεται να γίνεται μάλλον αυθαίρετα ένας διαχωρισμός των χωρών της Ε.Ε. σε δύο κατηγορίες που μετέχουν μάλιστα με τρόπο ανισοβαρή 2:1 στη διαμόρφωση των τιμών των φαρμάκων στη χώρα μας.
Ο γενικός επιθεωρητής του ΣΕΥΥΠ εύλογα κατέθεσε τον προβληματισμό του στην εξεταστική επιτροπή της Βουλής για το κατά πόσον ο κ. Βλάχος, που ήταν ο υπογράφων την αναφερόμενη διάταξη ως ο αρμόδιος υφυπουργός ανάπτυξης με την οποία τιμολογούνταν τότε τα φάρμακα, μπορεί να μετέχει ως μέλος της εξεταστικής, αφού φαίνεται να τον αφορά άμεσα τόσο το αντικείμενο όσο και η ελεγχόμενη περίοδος.
Σε κάθε περίπτωση, για τον ανωτέρω τρόπο τιμολόγησης των φαρμάκων εκείνης της περιόδου από το υπουργείο ανάπτυξης, πρέπει να δοθεί απάντηση για το εάν οι τιμές των φαρμάκων που προέκυψαν, με την επιλογή αυτή των δύο κατηγοριών χωρών τιμών αναφοράς, ήταν χαμηλότερες ή ψηλότερες από τον πραγματικό μέσο όρο των τριών χαμηλότερων τιμών όλων των χωρών της Ευρώπης.
Ο Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων (ΕΟΦ), ως κατέχων την αρμοδιότητα και την τεχνογνωσία οφείλει να πραγματοποιήσει, σχετικό έλεγχο και να ενημερώσει για το εάν ο συγκεκριμένος ανισοβαρής τρόπος τιμολόγησης των φαρμάκων ήταν ζημιογόνος, και μάλιστα πόσο ανά φάρμακο, για το δημόσιο συμφέρον.
Σε περίπτωση δε που αποδειχθεί ότι τα φάρμακα πήραν τιμές ψηλότερες από αυτές που τους αναλογεί, θα πρέπει ο ΕΟΠΥΥ να αποτιμήσει τη ζημία με βάση τις πωλήσεις των φαρμάκων στην επικράτεια εκείνη την περίοδο.
Αυτά κρίνονται ακόμα πιο σημαντικά εάν αναλογιστεί κάποιος πως η κρατική δαπάνη για τη χώρα μας εκείνη την περίοδο ήταν 5,2 δισεκατομμύρια ευρώ (ψηλότερη από ποτέ), ενώ σήμερα είναι μόλις 1,946 δις ευρώ.

Πηγή: healthview