Είναι πραγματικά εντυπωσιακό το πόσο χαμηλά παραμένουν τα ποσοστά εμβολιασμού ανάμεσα σε εκείνους που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της υγείας. Παρά τις συστάσεις, η εικόνα που μεταφέρει η έκθεση του ΕΟΔΥ για την περίοδο 2024-2025 δείχνει μια ξεκάθαρη απροθυμία του προσωπικού στα δημόσια νοσοκομεία να θωρακιστεί έναντι της γρίπης.
Στα νοσοκομεία του ΕΣΥ, η κατάσταση μοιάζει απογοητευτική: μόλις το 22% των εργαζομένων επέλεξε να εμβολιαστεί. Αυτό σημαίνει πως 8 στους 10 επαγγελματίες υγείας, που έρχονται καθημερινά σε επαφή με ευάλωτους ασθενείς και διατρέχουν υψηλό κίνδυνο έκθεσης στον ιό, παραμένουν ανεμβολίαστοι.
Η εικόνα είναι κάπως καλύτερη στην Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας (Κέντρα Υγείας και ΤΟΜΥ), όπου το ποσοστό συμμετοχής έφτασε το 38,6%, σχεδόν διπλάσιο δηλαδή από αυτό των μεγάλων νοσηλευτικών ιδρυμάτων. Συνολικά πάντως, στο σύνολο των δημόσιων μονάδων, λιγότεροι από ένας στους τέσσερις υγειονομικούς (24,5%) έκαναν το εμβόλιο.
Γεωγραφικές και επαγγελματικές διαφορές
Η ανταπόκριση στον εμβολιασμό δεν είναι ομοιόμορφη σε όλη τη χώρα, παρουσιάζοντας έντονες αντιθέσεις:
- Η 5η Υγειονομική Περιφέρεια (Θεσσαλία και Στερεά Ελλάδα) κατέγραψε τη μεγαλύτερη συμμετοχή με 35,4%.
- Στην αντίπερα όχθη βρίσκεται η 4η ΥΠΕ (Μακεδονία και Θράκη), όπου το ποσοστό έπεσε στο 18,4%, το χαμηλότερο πανελλαδικά.
Όσον αφορά τις ειδικότητες, οι γιατροί εμφανίζονται ως η πιο δεκτική ομάδα, ειδικά στα Κέντρα Υγείας όπου σχεδόν ένας στους δύο εμβολιάστηκε. Αντιθέτως, το διοικητικό και τεχνικό προσωπικό δείχνει τη μεγαλύτερη επιφυλακτικότητα.
Γιατί είναι ανησυχητικό;
Ο ΕΟΔΥ υπογραμμίζει ότι ο εμβολιασμός των υγειονομικών δεν αφορά μόνο τη δική τους προστασία, αλλά αποτελεί πράξη ευθύνης απέναντι στους ασθενείς. Η λίστα όσων οφείλουν να εμβολιάζονται είναι μακρά και περιλαμβάνει από το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό μέχρι τους τραυματιοφορείς του ΕΚΑΒ, τους φοιτητές, τους φυσικοθεραπευτές, ακόμη και το προσωπικό καθαριότητας ή ασφάλειας. Η χαμηλή συμμόρφωση μετατρέπει τις μονάδες υγείας σε εν δυνάμει εστίες μετάδοσης για ανθρώπους που ήδη παλεύουν με άλλα προβλήματα υγείας.
Πηγή : healthview





