Σαφές μήνυμα για τις ανισορροπίες στη φαρμακευτική πολιτική.
Αίσθηση προκάλεσε η τοποθέτηση του υπουργού Υγείας στο Delphi Forum, όπου παραδέχθηκε ότι το 75% της συνολικής φαρμακευτικής δαπάνης στη χώρα κατευθύνεται σε πολυεθνικές εταιρείες.
Aν μη τι άλλο, λένε οι πηγές μας πρόκειται για ένα σαφές μήνυμα για τις ανισορροπίες στη φαρμακευτική πολιτική με τη μερίδα του λέοντος της φαρμακευτικής δαπάνης στη χώρα να κατευθύνεται σε πολυεθνικές εταιρείες.
Σε απόλυτους αριθμούς, περίπου 4,5 δισ. ευρώ καταλήγουν σε μόλις 50 εταιρείες, ενώ οι 150 ελληνικές φαρμακοβιομηχανίες μοιράζονται τα υπόλοιπα 1,5 δισ. ευρώ. Κι αυτό, παρά το γεγονός ότι οι ελληνικές επιχειρήσεις διαθέτουν πάνω από 70 παραγωγικές μονάδες, στηρίζουν χιλιάδες θέσεις εργασίας και αναπτύσσουν σημαντική εξαγωγική δραστηριότητα.
Παράδειγμα η Τρίπολη
Σήμερα η ελληνική φαρμακοβιομηχανία υλοποιεί πανελλαδικά ένα εμβληματικό επενδυτικό πρόγραμμα ύψους 1,8 δισ. ευρώ, με τις επενδύσεις στην Τρίπολη να αποτελούν κομβικό άξονα αυτής της εθνικής προσπάθειας.
Με την ολοκλήρωσή τους, θα δημιουργηθούν 5.500 θέσεις εργασίας, ενώ η εγχώρια παραγωγή θα μπορεί να καλύψει έως και το 70% των αναγκών της χώρας σε φάρμακα πρώτης γραμμής, διασφαλίζοντας επάρκεια, ασφάλεια και καλύτερη πρόσβαση των ασθενών στις θεραπείες. Το επενδυτικό πλάνο περιλαμβάνει 10 νέα εργοστάσια και 14 ερευνητικά κέντρα καθιστώντας τον κλάδο πρωταγωνιστή στην εθνική οικονομία.
Ήδη, τα φαρμακευτικά προϊόντα συγκαταλέγονται πλέον στους κορυφαίους εξαγωγικούς κλάδους της χώρας, με ετήσια αξία που προσεγγίζει τα 3 δισ. ευρώ.
Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν περιορίζεται μόνο στην κατανομή της δαπάνης.
Πρόσθετα βάρη
Οι ελληνικές εταιρείες καλούνται να καλύψουν και πρόσθετα βάρη, όπως οι δαπάνες που προκύπτουν μέσω του ΙΦΕΤ, οι οποίες φτάνουν τα 420 εκατ. ευρώ, επιβαρύνοντας περαιτέρω τη βιωσιμότητά τους.
Παράλληλα, νέα εργαλεία πολιτικής - όπως το Ταμείο Καινοτομίας των 50 εκατ. ευρώ και τα προγράμματα πρόληψης - φαίνεται να λειτουργούν υπέρ των πολυεθνικών, οι οποίες απορροφούν το μεγαλύτερο μερίδιο των πόρων.
Το σύνολο των χρηματοδοτήσεων, υποστηρίζουν οι πηγές μας, κατευθύνεται στη πρόσβαση νέων - ακριβών θεραπειών, που σε πολλές περιπτώσεις δεν έχουν τεκμηριώσει την υπεροχή τους, τη στιγμή που το 85% της κατανάλωσης των φαρμάκων αφορά οικονομικές θεραπείες, που βρίσκονται στο κίνδυνο της απόσυρσης.
Την ίδια στιγμή, τα μέτρα στήριξης της εγχώριας φαρμακοβιομηχανίας χαρακτηρίζονται από πολλούς ως ανεπαρκή, μπροστά στα συνολικά οφέλη που απολαμβάνουν οι μεγάλοι διεθνείς παίκτες.
Το κρίσιμο ερώτημα που αναδύεται είναι αν η χώρα μπορεί να συνεχίσει με ένα μοντέλο που ενισχύει δυσανάλογα τις εισαγωγές, χωρίς να απαιτεί ξεκάθαρη τεκμηρίωση της καινοτομίας των νέων θεραπειών, αφήνοντας την ελληνική παραγωγή να σηκώνει δυσανάλογο βάρος.
Σοβαρές πιέσεις
Για το μέλλον οι ελληνικές εταιρείες είναι ξεκάθαρες: υπάρχουν σοβαρές πιέσεις από την υποχρηματοδότηση της φαρμακευτικής δαπάνης και την εκρηκτική αύξηση των υποχρεωτικών επιστροφών και η ανάγκη για ένα σταθερό και προβλέψιμο πλαίσιο φαρμακευτικής πολιτικής για την περίοδο 2026–2030 είναι περισσότερο από ποτέ επιτακτική.
Συμπερασματικά:
- Απαιτείται ο περιορισμός των επιστροφών που υφίσταται ο κλάδος μας, καθώς το clawback αποτελεί μια χρηματοοικονομική «βόμβα» για τις ελληνικές βιομηχανίες που κινούνται με ίδια κεφάλαια.
- Και επίσης, χρειάζεται ένα σταθερό πλαίσιο τιμολόγησης και κλειστών προϋπολογισμών για τα παλιά οικονομικά φάρμακα,
- Να διατηρηθούν τα κίνητρα του επενδυτικού clawback και
- Να δοθούν περαιτέρω κίνητρα διείσδυσης γενοσήμων οικονομικών φαρμάκων.





