Μέχρι το 1969, ένα κλασικό βρετανικό εγχειρίδιο ψυχιατρικής υποστήριζε ότι η θρησκεία αφορά «τους διστακτικούς, τους ενοχικούς και τους υπερβολικά φοβισμένους», υπονοώντας ότι η πίστη είναι χαρακτηριστικό αδυναμίας και ενδεχομένως επιβλαβής για την υγεία. Στο ίδιο πνεύμα, ορισμένοι υποστηρίζουν ότι η θρησκεία δεν έχει θέση στη σύγχρονη ιατρική, ενώ άλλοι, στον αντίποδα, θεωρούν ότι μπορεί να προσφέρει θαυματουργές θεραπείες και μακροζωία, όπως συχνά προβάλλεται σε τόπους προσκυνήματος.
Ωστόσο, τα επιστημονικά δεδομένα παρουσιάζουν μια διαφορετική εικόνα. Πάνω από 1.200 μελέτες και 400 ανασκοπήσεις έχουν δείξει ότι η θρησκευτική πίστη συνδέεται με θετικά αποτελέσματα στην υγεία, όπως προστασία από ασθένειες, καλύτερη διαχείριση της νόσου και ταχύτερη ανάρρωση. Στο μεγαλύτερο μέρος αυτών των ερευνών καταγράφεται όφελος, ενώ οι περιπτώσεις αρνητικής επίδρασης είναι περιορισμένες. Ενδεικτικά, μια μεγάλη μελέτη σε περισσότερους από 21.000 ενήλικες στις Ηνωμένες Πολιτείες έδειξε ότι όσοι συμμετείχαν ενεργά σε θρησκευτικές δραστηριότητες είχαν μεγαλύτερο προσδόκιμο ζωής, γεγονός που αποδόθηκε κυρίως σε ισχυρότερες κοινωνικές σχέσεις και υγιεινές συμπεριφορές.
Ιδιαίτερα σημαντικά είναι τα ευρήματα που αφορούν την ψυχική υγεία. Αν και στη λαϊκή αντίληψη η θρησκεία συχνά συνδέεται με ψυχικές διαταραχές, στην πράξη φαίνεται να λειτουργεί προστατευτικά απέναντι σε καταστάσεις όπως η ψύχωση και η κατάθλιψη. Οι άνθρωποι που αξιοποιούν την πίστη τους για να αντιμετωπίσουν δυσκολίες εμφανίζουν καλύτερη ψυχική ανθεκτικότητα, μεγαλύτερη ικανοποίηση από τη ζωή, αυξημένη ελπίδα και αισιοδοξία, καθώς και χαμηλότερα επίπεδα άγχους και αυτοκτονικών τάσεων. Παράλληλα, καταγράφονται χαμηλότερα ποσοστά εξάρτησης από αλκοόλ και ουσίες, καθώς και καλύτερη κοινωνική ενσωμάτωση.
Στην περίπτωση σοβαρών ή ανίατων ασθενειών, η πνευματικότητα φαίνεται να παίζει καθοριστικό ρόλο. Η σύγχρονη παρηγορητική φροντίδα αναγνωρίζει την έννοια της ολιστικής προσέγγισης του πόνου που περιλαμβάνει όχι μόνο το σωματικό, αλλά και τον ψυχικό, κοινωνικό και πνευματικό πόνο. Η πνευματική ευεξία έχει συνδεθεί με μειωμένα επίπεδα απελπισίας και αυτοκτονικών σκέψεων στο τέλος της ζωής, ενώ η πνευματική δυσφορία μπορεί να επιδεινώσει το άγχος, την αϋπνία και το αίσθημα απόγνωσης.
Παρότι υπάρχουν κάποιες αναφορές αρνητικών επιδράσεων, αυτές είναι περιορισμένες και συνήθως συνδέονται με αυταρχικές ή ακραίες μορφές θρησκευτικής έκφρασης. Σε ορισμένες περιπτώσεις, θρησκευτικές πεποιθήσεις έχουν οδηγήσει σε άρνηση ιατρικών παρεμβάσεων, γεγονός που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη ζωή. Ωστόσο, τέτοια φαινόμενα αποτελούν την εξαίρεση και όχι τον κανόνα.
Η μελέτη της σχέσης μεταξύ πίστης και υγείας παρουσιάζει δυσκολίες, κυρίως λόγω του τρόπου με τον οποίο ορίζεται και μετριέται η πίστη, αλλά και λόγω του ζητήματος της αιτιότητας. Το γεγονός ότι η πίστη συνδέεται με καλύτερη υγεία δεν σημαίνει απαραίτητα ότι την προκαλεί, καθώς μπορεί να παρεμβάλλονται και άλλοι παράγοντες, όπως η κοινωνική τάξη ή το επίπεδο υποστήριξης. Παρ’ όλα αυτά, ακόμη και όταν λαμβάνονται υπόψη αυτοί οι παράγοντες, η θετική συσχέτιση παραμένει.
Πηγή : dailypharmanews





