Τετάρτη, 22 Μαρτίου 2017

Θεοδοσιάδης στη Δημοκρατία: «Τα φαρμακεία αγωνίζονται στη δίνη της οικονομικής κρίσης»

Print Friendly and PDFPrintPrint Friendly and PDFPDF
Από τον Κυριάκο Θεοδοσιάδη*

Τα τελευταία χρόνια, η οικονομική κρίση έχει «γονατίσει» την ελληνική κοινωνία. Το φαρμακείο, ως αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας των πολιτών, δεν ήταν δυνατόν να μείνει αλώβητο. Τα χτυπήματα που συνεχίζει να δέχεται είναι αλλεπάλληλα και οι φαρμακοποιοί αγωνίζονται να κρατηθούν όρθιοι. Τα έσοδα των φαρμακείων μειώνονται μέρα με τη μέρα, εξαιτίας της δραματικής κατάστασης που έχουν περιέλθει τα οικονομικά των Ελλήνων, για τους οποίους ακόμη και το αναγκαίο για την υγεία τους φάρμακο έχει γίνει πλέον είδος πολυτελείας. Ενδεικτικό της κατάστασης που επικρατεί είναι ότι συχνά γράφονται υποχρεώσεις στα τεφτέρια, εκ των οποίων πολλές δεν εξοφλούνται για λόγους που είναι εύκολο κανείς να αντιληφθεί. 

Συνταξιούχοι, άνεργοι και υποαπασχολούμενοι αγοράζουν φάρμακα με πίστωση και περιμένουν τις τελευταίες μέρες κάθε μήνα ή τις πρώτες δύο του επόμενου για να εξοφλήσουν τα χρωστούμενα. 
Κι αυτό αν φτάνουν η σύνταξη, ο μισθός ή το επίδομα ανεργίας.. . 
Ταυτόχρονα, η έλλειψη ρευστότητας πνίγει τα φαρμακεία μας. 

Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του ΕΟΠΥΥ προς τον Φαρμακευτικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης αγγίζουν το ποσό των 2348.655,38 ευρώ. 
Πρόκειται για χρέη που λιμνάζουν από το 2011, ενώ περιλαμβάνουν και οφειλές για συνταγές που έχουν εκτελεστεί από το 2012 έως το 2014. Μάλιστα, μπροστά στον κίνδυνο παραγραφής των απαιτήσεων αυτών,καταθέσαμε αγωγή κατά του οργανισμού. 
Η κατάσταση που διαμορφώνεται οδηγεί σε πρόβλημα βιωσιμότητας πολλά φαρμακεία . Μόνο το 2016 έκλεισαν 42 στην πόλη μας, ενώ άλλα τόσα είναι «στο κόκκινο» και στηρίζονται οικονομικά με διάφορες ρυθμίσεις που γίνονται από τον Συνεταιρισμό Φαρμακοποιών (ΣΥΦΑ), είτε με ρύθμιση των χρεών τους είτε με μακροχρόνιες δόσεις. 

Η περσινή χρονιά ήταν απογοητευτική και έκλεισε με αρνητικούς δείκτες. Τα ακαθάριστα έσοδα των φαρμακοποιών έχουν μειωθεί στην καλύτερη περίπτωση κατά 50% και στη χειρότερη κατά 80%. Επιπλέον, οι σοβαρές ελλείψεις φαρμάκων στην αγορά συχνά φλήσουν τα χρωστούμενα. Κι μας αναγκάζουν να αναζητούμε φάρμακα απευθείας από τις φαρμακοβιομηχανίες και όχι μέσω ΣΥΦΑ, ώστε να μπορέσουμε να εξυπηρετήσουμε όσο πιο άμεσα γίνεται τους ασθενείς. Ωστόσο, στις περιπτώσεις αυτές πρέπει να προπληρώνουμε, και μάλιστα τοις μετρητοίς, το κόστος του φαρμάκου. 

Συχνά, εξάλλου, ακούμε ότι τα φαρμακεία έχουν μεγάλο κέρδος από τις πωλήσεις άλλων προϊόντων εκτός των φαρμάκων. Αυτό είναι μύθος. Διότι τα τελευταία δύο χρόνια, από τα 20.000.000 ευρώ που ήταν μηνιαίως ο τζίρος των φαρμακείων της Θεσσαλονίκης από τον ΕΟΠΥΥ, έχει πέσει στα 10.000.000, κάτι που σημαίνει μείωση 50%. Κι αν συνυπολογίσει κανείς ότι στα υπόλοιπα παρα φαρμακευτικά - καλλυντικά η μείωση είναι πάνω από 50%, βγαίνει ένας μεσοσταθμικός μέσος όρος πτώσης του τζίρου 60%-65%. 

Στην ήδη δύσκολη συγκυρία που βιώνουμε, ήρθε να προστεθεί ακόμη ένα «αγκάθι»: αυτό του νέου Ασφαλιστικού. Οι φαρμακοποιοί είναι υποχρεωμένοι να πληρώνουν φουσκωμένες εισφορές στον Ενιαίο Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ), αφού τα ποσά είναι τέσσερις φορές υψηλότερα από εκείνα που συνήθως πλήρωναν. Πιστεύω ότι, για να αναστραφεί αυτή η κατάσταση, η χώρα μας πρέπει να βγει από το σημερινό καθεστώς πολιτικής διαχείρισης, να υπάρξει στοιχειώδης ανάπτυξη, να ανοίξουν δουλειές και να επέλθα μια κανονικότητα, ώστε να αλλάξει το αρνητικό κλίμα και για τον επαγγελματικό κλάδο που εκπροσωπώ. 

*Πρόεδρος του Φαρμακευτικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης 

Πηγή: Εφημερίδα Δημοκρατία, 22/3/2017