Δευτέρα, 27 Ιουνίου 2016

Ν.Μανιαδάκης (ΕΣΔΥ): Πώς φτάσαμε από το ένα άκρο της φαρμακευτικής δαπάνης στο άλλο

Print Friendly and PDFPrintPrint Friendly and PDFPDF
Τα καινοτόμα σκευάσματα εξακολουθούν να μην παρέχονται έπειτα από αξιολόγηση της καινοτομίας, παρότι σχετική υποχρέωση υπάρχει από το πρώτο μνημόνιο και είναι αποδεκτή από όλα τα κράτη – μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Τις ακρότητες που έχουν προκύψει στη φαρμακευτική δαπάνη της χώρας μας τα τελευταία χρόνια, περιέγραψε στην πρόσφατη ομιλία του στο 20ό συνέδριο του “Economist” ο καθηγητής Οικονομικών της Υγείας Νίκος Μανιαδάκης.



Ο αναπληρωτής πρύτανης της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Υγείας (ΕΣΔΥ) έκανε μία σύντομη αναδρομή, παρουσία του υπουργού Υγείας και του προέδρου του ΕΟΠΥΥ κ.κ. Ξανθού και Μπερσίμη.

Το Iatronet παρουσιάζει ολόκληρο το κείμενο της ομιλίας του καθηγητή, η οποία έχει ως εξής:

“Τα τελευταία χρόνια, η Ελλάδα έχει θέσει σε εφαρμογή ένα χωρίς προηγούμενο πρόγραμμα δημοσιονομικών και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Ως προς τη δημοσιονομική απόδοση, η ένταση των παρεμβάσεων επικεντρώθηκε στο σύστημα υγειονομικής περίθαλψης.

Πρέπει να αναγνωριστεί ότι ήταν αναγκαίες οι παρεμβάσεις στο συγκεκριμένο πεδίο. Το 2010, το σύστημα ήταν αναποτελεσματικό, περίπλοκο, χαμηλής ποιότητας, με διαμορφούμενη από τους παρόχους ζήτηση, με ανεπαρκή πρωτοβάθμια περίθαλψη και χωρίς πληροφοριακά συστήματα.

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως από τότε έχουν γίνει πολλά, προκειμένου να ξεπεραστούν τα παραπάνω ελλείμματα και να μπουν τα οικονομικά της Υγείας σε έλεγχο. Στον αντίποδα, υπήρξε μία τάση αντίστασης στις μεταρρυθμίσεις, με ένα ακατάλληλο, απροετοίμαστο και συχνά απρόθυμο προσωπικό στον δημόσιο τομέα να μην μπορεί να τις υλοποιήσει σε όλο τους το βάθος.

Στο υγειονομικό σύστημα, η διασύνδεση των δαπανών με ένα ραγδαία συρρικνούμενο ΑΕΠ, έχει οδηγήσει σε υποχρηματοδότηση σε ορισμένους τομείς, όπως στην πρωτοβάθμια φροντίδα Υγείας, επιδεινώνοντας την πρόσβαση σε ευάλωτες κοινωνικές ομάδες.

Το γεγονός ότι το εισόδημα έχει μειωθεί, δεν σημαίνει ότι έχουν μειωθεί και οι ανάγκες περίθαλψης. Ως εκ τούτου, ο προϋπολογισμός πρέπει να επανεξεταστεί. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι Έλληνες πληρώνουν 4,5 δισεκατομμύρια ευρώ σε ιδιωτικές πληρωμές, ποσό που καλύπτεται ελάχιστα από την ασφάλιση.

Μεγάλο μέρος των μεταρρυθμίσεων έχουν επικεντρωθεί δυσανάλογα στο φάρμακο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Ελλάδα ήταν “πρωταθλήτρια” στην υπερβολική κατανάλωση φαρμάκων. Από τότε, ο τομέας του φαρμάκου έχει υποστεί σημαντικές περικοπές, της τάξης του 65%, οδηγώντας σε συνολική εξοικονόμηση 15 δισεκατομμυρίων ευρώ σε σύγκριση με το 2010. Οι προϋπολογισμοί είναι πλέον στο όριο, δικαιολογώντας μία οριακή διόρθωση.

Σε κάθε περίπτωση, η προσοχή πρέπει να στραφεί εκ νέου στην πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια φροντίδα Υγείας και τη χρηματοδότησή της από το δημόσιο σύστημα και τον ΕΟΠΥΥ, η οποία εξακολουθεί να είναι τριμερής.
Ισορροπία

Οι παρεμβάσεις στην αγορά φαρμάκου χρειάζονται ισορροπία, προκειμένου να διαφυλαχθούν οι στόχοι πρόσβασης και αποτελεσματικότητας. Τα καινοτόμα σκευάσματα εξακολουθούν να μην παρέχονται έπειτα από αξιολόγηση της καινοτομίας, παρότι σχετική υποχρέωση υπάρχει από το πρώτο μνημόνιο και είναι αποδεκτή από όλα τα κράτη – μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Επιπλέον, μεγάλο μέρος των προσπαθειών επικεντρώθηκε στις περικοπές των τιμών και τώρα υπάρχει κίνδυνος οι χαμηλές τιμές να οδηγήσουν σε αποσύρσεις προϊόντων από την αγορά, δυσχεραίνοντας την πρόσβαση και αυξάνοντας τελικά το κόστος.

Ο όγκος των συνταγών εξακολουθεί να μην ελέγχεται, καθώς σε μηνιαία βάση υπάρχουν 4 έως 6 εκατομμύρια συνταγές, ενώ η χρήση ακριβών προϊόντων παραμένει σε υψηλά επίπεδα, την ώρα που η διείσδυση των γενοσήμων είναι χαμηλή. Ως εκ τούτου, απαιτείται επιπλέον προσπάθεια για να βελτιωθεί η υποκατάσταση και η διείσδυση των γενοσήμων.
Κίνητρα

Αυτό αναμένεται να δώσει: δυνατότητα για περαιτέρω εξοικονόμηση πόρων, κίνητρα για επενδύσεις στην παραγωγή φαρμακευτικών προϊόντων και δυνατότητες ανάπτυξης στις εγχώριες φαρμακοβιομηχανίες, οι οποίες χαρακτηρίζονται από διεθνείς οίκους αξιολόγησης ως “διαμάντι” για την ελληνική οικονομία.

Για να υλοποιηθεί αυτό, πρέπει το επιχειρηματικό περιβάλλον να είναι προβλέψιμο, οι πληρωμές να ομαλοποιηθούν, οι υπερβολικές υποχρεωτικές εκπτώσεις να μειωθούν, να χρηματοδοτηθούν οι επενδύσεις και να θεσπιστούν κίνητρα για τα γενόσημα.

Ως εκ τούτου, μπορεί κανείς να υποστηρίξει ότι η ανάγκη για απαραίτητες ορθολογικές αποφάσεις, εξακολουθεί να υφίσταται”.


ΔΗΜ.Κ.

Πηγή: iatronet.gr