Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2016

ΕΛΣΤΑΤ: Το προφίλ της υγείας των Ελλήνων

Print Friendly and PDFPrintPrint Friendly and PDFPDF
Διπλάσια ποσοστά κατάθλιψης, αύξηση χρήσης φαρμάκων χωρίς συνταγή, καθώς και περισσότερα καρδιαγγειακά επεισόδια καταγράφονται μεταξύ άλλων στην «Έρευνα Υγείας: Έτος 2014» που δημοσίευσε πρόσφατα η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ).

Η έρευνα, η οποία πραγματοποιείται κάθε τέσσερα χρόνια από το 2009, έγινε σε 8.223 νοικοκυριά, σε άτομα άνω των 15 ετών.


Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, παρά τους αρνητικούς δείκτες που διαπιστώνονται, πολύ καλή ή καλή υγεία δήλωσε πως έχει το 74,8% των ερωτηθέντων (οριακή μείωση από το 2009, κατά 0,7%), με το 18,2% να δηλώνει πως έχει μέτρια υγεία (αύξηση κατά 9,6% σε σχέση με το 2009) και ένα 7% κακή ή πολύ κακή υγεία, ποσοστό κατά 13,6% μειωμένο συγκριτικά με την έρευνα του 2009.

Ανησυχητική είναι όμως η αύξηση κατά 25,2%, που φαίνεται να καταγράφουν τα χρόνια νοσήματα, έναν εκ τους βασικούς δείκτες υγείας πληθυσμού. Συγκεκριμένα, σχεδόν ένας στους δύο (49,7%) δηλώνει ότι υποφέρει από κάποιο χρόνιο πρόβληµα υγείας. Το αντίστοιχο ποσοστό το 2009 ήταν στο 39,7%. Πέντε στις δέκα γυναίκες (54,1%) και τέσσερις στους δέκα άνδρες (44,8%) δηλώνουν ότι πάσχουν από χρόνια πάθηση, ενώ εξ όσων ανέφεραν ότι υποφέρουν από μια τέτοια νόσο, έξι στους δέκα (61,8%) είναι ηλικίας 55 ετών και άνω.


Κατανάλωση φαρμάκων

Σε ό,τι αφορά την κατανάλωση φαρμάκων, η έρευνα διαπίστωσε πως ένας στους δύο Έλληνες άνω των 15 ετών καταναλώνει φάρμακα, βότανα ή βιταμίνες με συνταγή γιατρού (47,4%) ποσοστό ελάχιστα μειωμένο από την προηγούμενη πενταετία (ήταν 48,8% το 2009). Από αυτούς το 41,5% ήταν άνδρες και το 52,8%, γυναίκες.

Επίσης, τρεις στους δέκα (27,5%) καταναλώνουν φάρμακα, βότανα ή βιταμίνες χωρίς συνταγή γιατρού. Από αυτούς, το 64,9% κατανάλωσαν φάρµακα και όχι βότανα ή βιταµίνες και μάλιστα το 18,6% πήρε αντιβιοτικά.

Ο πληθυσμός που πήρε φάρμακα χωρίς συνταγή γιατρού (με πρωτοβουλία δική του ή προφορική σύσταση γιατρού) αυξήθηκε κατά 11,8% την τελευταία πενταετία που το ποσοστό ήταν 24,6%.

Το 88,5% του πληθυσμού ηλικίας 65 ετών και άνω κατανάλωσαν φάρµακα, βότανα ή βιταµίνες µε συνταγή γιατρού, ενώ τρεις στους δέκα (27,9%) πήραν φάρμακα χωρίς συνταγή γιατρού.

Οι νεότερες ηλικιακά ομάδες καταναλώνουν περισσότερα φάρµακα χωρίς συνταγή γιατρού παρά µε συνταγή γιατρού, ενώ το αντίθετο συμβαίνει με τις µεγαλύτερες οµάδες ηλικιών.

Σε ό,τι αφορά την οικονομική κατάσταση των πολιτών, ιατροφαρμακευτική φροντίδα καθυστέρησε ή δεν έλαβε καθόλου το 12,9% του πληθυσµού, λόγω μεγάλης λίστας αναµονής, το 6,0% λόγω μεγάλης απόστασης ή προβληµάτων στη μεταφορά, το 9,4% λόγω έλλειψης ειδικοτήτων γιατρών και επαγγελματιών υγείας.


Χρόνια νοσήματα

Η έρευνα καταγράφει τον επιπολασµό αρκετών χρόνιων νοσηµάτων – παθήσεων κατά τη διάρκεια των τελευταίων 12 µηνών πριν τη διενέργεια της έρευνας. Πάσχοντες θεωρούνται όσοι κατά την ηµέρα διενέργειας της έρευνας έπασχαν, αλλά και όσοι νόσησαν κατά τους τελευταίους 12 µήνες πριν τη διενέργεια της έρευνας και την ηµέρα διενέργειας η πάθηση ήταν σε ύφεση, είτε διότι τη συγκεκριµένη εποχή η πάθηση δεν είναι σε έξαρση είτε λόγω θεραπείας.

Σύμφωνα με τα ευρήματα:

– Το 4,4% του πληθυσµού ηλικίας 15 ετών και άνω δήλωσε ότι πάσχει από άσθµα (συµπεριλαµβανοµένου του αλλεργικού άσθµατος), ποσοστό στα ίδια επίπεδα µε αυτό που κατεγράφη το 2009 (4,3%). Από τους πάσχοντες οι 6 (61,0%) είναι γυναίκες και οι 4 (39,0%) άνδρες.

– Το 2,1% του πληθυσµού ηλικίας 15 ετών και άνω δήλωσε ότι υπέστη έµφραγµα του µυοκαρδίου, ποσοστό αυξηµένο κατά 50,0% σε σχέση µε το ποσοστό που κατεγράφη το 2009 (1,4%). Οι 7 στους 10 πάσχοντες είναι άνδρες (69,7%) και οι 3 γυναίκες (30,3%). Το 2,6% του πληθυσµού ηλικίας 55-64 ετών και το 4,7% ηλικίας 65-74 ετών δηλώνουν ότι έχουν υποστεί έµφραγµα του µυοκαρδίου.

– Ένας στους πέντε (20,9%) του πληθυσµού ηλικίας 15 ετών και άνω δήλωσε ότι πάσχει από υπέρταση, ποσοστό αυξηµένο (3,5%) µε αυτό που κατεγράφη το 2009 (20,2%). Οι 4 στους 10 πάσχοντες είναι άνδρες (43,6%) και οι 6 γυναίκες (56,4%). Τρεις στους δέκα ηλικίας 55-64 ετών και ένας στους δύο ηλικίας 65-74 ετών δηλώνουν ότι πάσχουν από υπέρταση.

– Το 2,1% του πληθυσµού ηλικίας 15 ετών και άνω δήλωσε ότι υπέστη αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ή υφίσταται τις χρόνιες συνέπειες παλαιού εγκεφαλικού. Το ποσοστό παρουσιάζει αύξηση 23,5% σε σχέση µε το 2009 (1,7%). Στους πάσχοντες οι γυναίκες έχουν µικρό προβάδισµα, το 52,6% των γυναικών και το 47,4% των ανδρών πάσχουν. Το 2,5% του πληθυσµού ηλικίας 55-64 ετών, το 4,4% του πληθυσµού ηλικίας 65-74 ετών και το 8,2% του πληθυσµού 75 ετών και άνω, δηλώνουν ότι έχουν υποστεί αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο.

– Από σακχαρώδη διαβήτη δήλωσε ότι πάσχει το 9,2% του πληθυσµού ηλικίας 15 ετών και άνω, ποσοστό αυξηµένο κατά 16,5% σε σχέση µε το 2009 (7,9%). Στους πάσχοντες οι γυναίκες έχουν προβάδισµα, το 54,4% των γυναικών και το 45,6% των ανδρών πάσχουν. Περισσότεροι από ένας στους δέκα ηλικίας 55-64 ετών και δύο στους δέκα ηλικίας 65-74 ετών δηλώνουν ότι πάσχουν από σακχαρώδη διαβήτη.

– Υψηλά επίπεδα χοληστερόλης στο αίµα ανέφερε το 15,4% του πληθυσµού ηλικίας 15 ετών και άνω. Το 2009 το ποσοστό όσων δήλωσαν υψηλά επίπεδα χοληστερόλης και διαταραχή στα λιπίδια και τα τριγλυκερίδια ήταν 15,0%. Οι τέσσερις στους δέκα πάσχοντες (40,3%) είναι άνδρες και οι έξι (59,7%) γυναίκες.


Ψυχική υγεία

Στην έρευνα περιλαµβάνονταν ερωτήµατα που αποσκοπούσαν στην καταγραφή του επιπολασµού και της σοβαρότητας των ψυχικών νόσων, ειδικότερα της κατάθλιψης. Οι καταστάσεις που καταγράφονταν παρέχουν στους ειδικούς σαφή εικόνα της ψυχολογικής κατάστασης του πληθυσµού κατά τη διάρκεια των τελευταίων δύο εβδοµάδων πριν την ηµεροµηνία διεξαγωγής της έρευνας.

Κατάθλιψη δήλωσε το 4,7% του πληθυσµού, ποσοστό αυξηµένο κατά 80,8% σε σχέση µε το ποσοστό του 2009 (2,6%). Οι 3 στους 10 είναι άνδρες (33,0%) και οι 7 γυναίκες (67,0%).

Αγχώδεις διαταραχές ταλαιπωρούν το 7,6% του πληθυσµού ηλικίας 15 ετών και άνω, το 1,7% πάσχει από άλλες ψυχικές διαταραχές και το 1,0% από ανοϊκή διαταραχή ή νόσο Alzheimer.

Κατά τη διάρκεια των τελευταίων 12 µηνών, πριν τη διενέργεια της έρευνας, ποσοστό 4,7% του πληθυσµού ηλικίας 15+ επισκέφθηκε ψυχίατρο ή ψυχολόγο για πρόβληµα υγείας που αντιµετωπίζει. Το ποσοστό ανδρών και γυναικών που καταγράφηκαν είναι 3,3% και 6,0%, αντίστοιχα.

Για πρώτη φορά συµπεριλήφθηκε στην έρευνα ερώτηµα αναφορικά µε τον αυτοκτονικό ιδεασµό και τη συχνότητα εµφάνισής του. Σύµφωνα µε τις απαντήσεις «σκέψεις ότι θα ήταν καλύτερα να µη ζει ή να βλάψει τον εαυτό του» έκανε, κατά τη διάρκεια των τελευταίων 2 εβδοµάδων πριν τη διενέργεια της έρευνας, το 3,3% του πληθυσµού ηλικίας 15 ετών και άνω που απάντησε µε σαφήνεια στο συγκεκριµένο υποερώτηµα της ψυχικής υγείας.



Πηγή : pharmajournal