Τις τελευταίες δεκαετίες υπήρξε αύξηση του προσδόκιμου επιβίωσης των Ελλήνων, το οποίο έφτασε τα 77 έτη για τους άνδρες και τα 82 για τις γυναίκες. Η θνησιμότητα από στεφανιαία νόσο έχει μειωθεί την τελευταία δεκαετία ώς και 30%, λόγω της χρήσης νέων φαρμάκων και θεραπευτικών παρεμβάσεων, όμως τα καρδιαγγειακά νοσήματα παραμένουν η κύρια αιτία θανάτου (55% της συνολικής θνησιμότητας) και οι καρδιαγγειακοί παράγοντες κινδύνου διατηρούνται σε υψηλά επίπεδα στην Ελλάδα, υποδηλώνοντας ότι υπάρχει ακόμα σημαντική ανάγκη για φαρμακευτική καινοτομία και εντατικοποιημένη θεραπευτική παρέμβαση.
Την τελευταία 20ετία, η συχνότητα εμφάνισης νεοπλασιών έχει σχεδόν διπλασιαστεί, αλλά η θνησιμότητα από καρκίνο παραμένει σταθερή στο 24% περίπου των συνολικών θανάτων, εξ αιτίας των πρόσφατων θεραπευτικών εξελίξεων στην ογκολογία, που αυξάνουν την επιβίωση των καρκινοπαθών.
Οπως επισημάνθηκε σε ενημερωτική συνάντηση για την πολιτική φαρμάκου στην Ελλάδα, που πραγματοποιήθηκε πρόσφατα, η εξασφάλιση έγκαιρης πρόσβασης των Ελλήνων ασθενών στη διαρκώς εξελισσόμενη φαρμακευτική καινοτομία σε συνδυασμό με την εφαρμογή πολιτικών υγείας προσανατολισμένων στην πρόληψη αποτελούν προϋποθέσεις για τη συνεχή βελτίωση του επιπέδου υγείας του ελληνικού πληθυσμού.
Εξαιτίας των δημογραφικών και τεχνολογικών εξελίξεων, το κόστος παροχής υπηρεσιών Υγείας τείνει συνεχώς να αυξάνεται. Το γεγονός αυτό δυσχεραίνει τη χάραξη υγειονομικής πολιτικής και τη βιωσιμότητα του συστήματος, σε ένα περιβάλλον με αυξανόμενα ελλείμματα στους δημόσιους προϋπολογισμούς και ανταγωνιστικές πιέσεις για προσέλκυση πόρων από τομείς όπως ο ασφαλιστικός, όπως ανέφερε ο καθηγητής στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας Νίκος Μανιαδάκης.
«Είναι σημαντικό», εξήγησε, «να αναπτυχθούν μεθοδολογίες που θα οδηγήσουν στη διαχείριση του κόστους, στην αύξηση της αποδοτικότητας από τη διαχείριση του συστήματος Υγείας και των πόρων που διατίθενται σ' αυτό.
Ενα εργαλείο που χρησιμοποιείται τα τελευταία χρόνια προς την κατεύθυνση αυτή είναι η Αξιολόγηση της Τεχνολογίας Υγείας (Health Technology Assessment), μέρος της οποίας είναι η οικονομική αξιολόγηση (Economic Evaluation).
Οι ευρωπαϊκές χώρες στην πλειονότητά τους διαθέτουν οργανισμούς και διαδικασίες που επικεντρώνονται στην παραπάνω προσέγγιση για την επίτευξη του διπλού στόχου (κλινική αποτελεσματικότητα - οικονομική αποδοτικότητα). Για το πολυσυζητημένο θέμα της φαρμακευτικής δαπάνης, αξίζει να σημειωθεί ότι η ετήσια δημόσια φαρμακευτική δαπάνη αποτελεί το 20% των συνολικών δαπανών Υγείας. Επίσης υπάρχει σύγχυση μεταξύ των πωλήσεων των φαρμάκων και της δημόσιας δαπάνης σε φάρμακα. Συνήθως, οι πωλήσεις των φαρμάκων συμπεριλαμβάνουν πωλήσεις σε ιδιώτες, παράλληλο εμπόριο, επίσημες εξαγωγές και επίσης πωλήσεις σε νοσοκομεία, τα οποία όμως υπολογίζονται ξανά στη νοσοκομειακή δαπάνη».
Μη δημοφιλής στην ελληνική κοινή γνώμη είναι η εφαρμογή της «λίστας» συνταγογραφούμενων φαρμάκων. Σύμφωνα με έρευνα που παρουσιάστηκε στην εκδήλωση, τρεις στους πέντε Ελληνες δηλώνουν ότι προτιμούν τον ελεύθερο τρόπο συνταγογράφησης, ενώ μόλις ένας στους τέσσερις δίνει... ψήφο προτίμησης στη «λίστα».
Οι Ελληνες εμφανίζουν πολύ υψηλά ποσοστά ικανοποίησης από την ποιότητα των φαρμάκων, ενώ οι περισσότεροι εκτιμούν ότι η σπατάλη στο σύστημα Υγείας προκαλείται κυρίως από τα αναλώσιμα υλικά των νοσοκομείων και τις αμοιβές των γιατρών.
Τα συμπεράσματα αυτά προκύπτουν, μεταξύ άλλων, από πανελλαδική έρευνα που διεξήγαγε η εταιρεία ALCO για λογαριασμό της Pfizer, σε δείγμα 1.000 Ελλήνων ηλικίας άνω των 18 ετών, σε ολόκληρη τη χώρα.
Βάσει της μελέτης, τα υψηλότερα ποσοστά ικανοποίησης από τους τομείς της Υγείας εμφανίζονται στην ποιότητα των φαρμάκων (60,5%) και στο επιστημονικό επίπεδο (56,5%) των εργαζομένων στο χώρο της υγείας. Η πλέον αρνητική εικόνα είναι για το επίπεδο παροχής υπηρεσιών Υγείας, με το 66,4% των ερωτηθέντων να δηλώνουν ότι δεν είναι ικανοποιημένοι.
Στο ερώτημα τι -κατά την εκτίμησή τους- προκαλεί τη μεγαλύτερη σπατάλη στην Υγεία, το 24,3% απαντούν τα υλικά και αναλώσιμα των νοσοκομείων, το 21,6% οι αμοιβές των γιατρών, το 20% τα φάρμακα, το 16% οι εξετάσεις, το 7,8% η νοσοκομειακή περίθαλψη και το 7,6% ο εξοπλισμός.
Για τον περιορισμό της σπατάλης, οι τρεις στους πέντε (62,3%) εκτιμούν ότι πρέπει να σταματήσουν οι αχρείαστες δαπάνες και μόλις το 4,3% να καθιερωθεί η «λίστα».
Σε περίπτωση, πάντως, εφαρμογής της «λίστας», οι Ελληνες στη συντριπτική τους πλειονότητα θεωρούν ως κύρια χαρακτηριστικά για την ένταξη ενός φαρμάκου στη λίστα την αποτελεσματικότητα και την καινοτομία αυτού. Αντίθετα, μόλις το 2,9% των ερωτηθέντων θεωρεί ως βασικό κριτήριο για τη λίστα την τιμή του φαρμάκου.
Ελευθεροτυπία 27/04/2010




