Ο νοσοκομειακός τομέας είναι ο μεγάλος υπαίτιος για τη δραματική και σταθερή αύξηση της φαρμακευτικής δαπάνης, η οποία το 2008 ξεπέρασε τα 8 δισ. ευρώ. Η νέα λίστα φαρμάκων εκτιμάται από την αγορά ότι δεν θα αποδώσει τα αναμενόμενα, αφού μόλις το 20% της φαρμακευτικής δαπάνης αφορά την τιμή των φαρμάκων και το υπόλοιπο 80% αφορά τις ανεξέλεγκτες δαπάνες των κρατικών νοσοκομείων, την υπερσυνταγογράφηση και το δημογραφικό πρόβλημα. Tο μεγαλύτερο κομμάτι από το ποσοστό του 80% αφορά τα κρατικά νοσοκομεία.
«Η επαναφορά της λίστας ενδέχεται να φέρει τα αντίθετα από τα προσδοκώμενα αποτελέσματα. Και τούτο γιατί κατά την εφαρμογή της μείωσης των τιμών ελλοχεύει ο κίνδυνος της αύξησης των παράλληλων εξαγωγών, που κατά το παρελθόν έχει ενοχοποιηθεί για έλλειμμα φαρμάκων στη χώρα και σήμερα υπολογίζεται στο 1 δισ. ευρώ. Την ίδια στιγμή δυσχεραίνει την πρόσβαση των ασθενών σε νέα φάρμακα», επισημαίνει σε μελέτη του ο καθηγητής Οργάνωσης και Διοίκησης Υπηρεσιών Υγείας Νίκος Μανιαδάκης, εξηγώντας ότι θα μπορούσε να περιοριστεί έως κατά 400 εκατ. ευρώ η δημόσια σπατάλη, αν ο νόμος επέβαλλε να επιστρέφονται και να καταστρέφονται τα κουπόνια των φαρμάκων που εξάγονται με αυτόν τον τρόπο.
Σχετικά με τη λίστα, ο ιατρικός διευθυντής της φαρμακευτικής εταιρείας Pfizer Νίκος Μπαϊμπάς αναφέρει ότι η λίστα δεν συμβάλλει με κανένα τρόπο στον περιορισμό των δαπανών υγείας, αντιθέτως μπορεί να καθυστερήσει μέχρι και δύο ή δυόμισι χρόνια η κυκλοφορία των νέων φαρμάκων στην εγχώρια αγορά. Η κυκλοφορία νέων φαρμάκων συμβάλλει σημαντικά στην αύξηση του προσδόκιμου ζωής, που πλέον φτάνει τα 82 χρόνια για τις γυναίκες και τα 77 έτη για τους άνδρες.
Ο κ. Μανιαδάκης αναφέρει ότι κανένα μέτρο δεν λαμβάνεται για το υπόλοιπο 80% που περιλαμβάνει τον πολυδάπανο νοσοκομειακό τομέα. «Σε μια χώρα που ήδη πληρώνουμε χρυσή την υγεία, λόγω και του δυσανάλογα αναπτυγμένου ιδιωτικού τομέα, οποιαδήποτε πολιτική περαιτέρω μείωσης του ήδη υποχρηματοδοτούμενου συστήματος υγείας θα οδηγήσει τους Ελληνες απλώς στο να βάλουν βαθύτερα το χέρι στην τσέπη». Εχει υπολογιστεί ότι για κάθε επενδυόμενο ευρώ στην υγεία η εθνική οικονομία του εκάστοτε κράτους ωφελείται κατά 2,5 ευρώ. Στην Ελλάδα η υγεία (δημόσια και ιδιωτική) αντιστοιχεί στο 9,6% του ΑΕΠ, δηλαδή ήδη υποχρηματοδοτείται και οποιεσδήποτε περικοπές δεν θα επιβαρύνουν το οικογενειακό βαλάντιο αλλά θα πυροδοτήσουν και κινδύνους για τη δημόσια υγεία.
Οσον αφορά την αύξηση των φαρμακευτικών δαπανών αυτή δεν σχετίζεται με την τιμή των φαρμάκων, τα οποία σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ παραμένουν κατά 15% φθηνότερα από άλλα αγαθά. Οι παράγοντες που εκτινάσσουν τη δαπάνη είναι, σύμφωνα με τον κ. Μανιαδάκη, αφενός το δημογραφικό πρόβλημα που αυξάνει σημαντικά τον όγκο των ασθενών οι οποίοι χρησιμοποιούν φάρμακα και αφετέρου η υπερκατανάλωση αντιβιοτικών.
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ KATHIMERINI.GR




