Πέμπτη, 10 Ιανουαρίου 2019

ICAP: Περισσότερα κέρδη για τις παραγωγικές επιχειρήσεις φαρμάκου και περισσότερα δάνεια για τις εισαγωγικές

Print Friendly and PDFPrintPrint Friendly and PDFPDF
Η επιβάρυνση των επιχειρήσεων θα διογκωθεί τα προσεχή έτη, καθώς οι εισφορές με τις οποίες αναμένεται να επιβαρυνθούν οι φαρμακευτικές επιχειρήσεις το 2018 ξεπερνούν το 1 δισ. ευρώ.

Η αγορά φαρμάκου παρουσιάζεται ελαφρώς ενισχυμένη την τελευταία τριετία (2015 - 2017), ως αποτέλεσμα της διαχρονικά αυξανόμενης νοσοκομειακής φαρμακευτικής δαπάνης.


Τo 40,5% αφορά πωλήσεις φαρμάκων που διατέθηκαν απευθείας σε νοσοκομεία, ενώ το υπόλοιπο 59,5% αφορά πωλήσεις φαρμάκων προς φαρμακεία.

Οι παραγωγικές επιχειρήσεις εμφανίζουν υψηλότερη κερδοφορία από το 2014 και έπειτα, ενώ οι εισαγωγικές επιχειρήσεις παρουσιάζουν υψηλότερους δείκτες δανειακής επιβάρυνσης.

Τα παραπάνω προκύπτουν, μεταξύ άλλων, από την τελευταία έκδοση της κλαδικής μελέτης που κυκλοφόρησε από τη Διεύθυνση Οικονομικών Μελετών της ICAP.

Σύμφωνα με τους συντάκτες της, ο φαρμακευτικός κλάδος αποτελεί έναν από τους πιο στενά εποπτευόμενους και ρυθμιζόμενους κλάδους της ελληνικής οικονομίας, λόγω του αυστηρού θεσμικού πλαισίου που τον διέπει.

Το εν λόγω πλαίσιο, καθορίζει το γενικότερο φάσμα δραστηριοποίησης του κλάδου και καλύπτει την ανάγκη για διασφάλιση της ποιότητας στην παρασκευή σκευασμάτων, τον εκσυγχρονισμό και την τήρηση των σχετικών προδιαγραφών, τον καθορισμό τιμών και τη συνταγογράφηση.

Στην ελληνική αγορά φαρμάκου εκτιμάται ότι δραστηριοποιούνται περισσότερες από 100 φαρμακευτικές επιχειρήσεις και απασχολούνται 12.000 εργαζόμενοι περίπου.

Σημαντικά ποσά επενδύονται σε ερευνητικά προγράμματα από τις φαρμακευτικές επιχειρήσεις που έχουν ισχυρή παρουσία, τα οποία αφορούν θεραπευτικούς τομείς με σημαντικά περιθώρια εξέλιξης.

Η εγχώρια ετήσια δαπάνη για Έρευνα και Ανάπτυξη (R&D) εκτιμάται σε περίπου 100 εκατομμύρια ευρώ.

Ανοδικά

Η συνολική φαρμακευτική δαπάνη (δημόσια και ιδιωτική) παρουσίασε ανοδική πορεία την περίοδο 2006 - 2009 και το 2009 διαμορφώθηκε σε 8.461 εκατομμύρια ευρώ (3,7% του ΑΕΠ).

Τα τελευταία χρόνια (2010-2017), καταγράφει διαχρονική πτώση και το 2017 εκτιμάται σε 5.780 εκατομμύρια ευρώ, καλύπτωντας 3,3% του ΑΕΠ.

Ανάλογη εικόνα και πορεία εμφανίζει και η δημόσια φαρμακευτική δαπάνη. Την περίοδο 2006 - 2009 κινήθηκε ανοδικά με μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης 14,6%, ενώ διαμορφώθηκε σε 1.945 εκατομμύρια ευρώ περίπου το 2017 (την περίοδο 2010-2017 μειώθηκε με μέσο ετήσιο ρυθμό 11,2%). Η δημόσια φαρμακευτική δαπάνη δεν θα υπερβεί το ίδιο ποσό το 2018.

Αντίστοιχα, η ιδιωτική φαρμακευτική δαπάνη εμφάνιζε μειοψηφική συμμετοχή επί της συνολικής φαρμακευτικής δαπάνης, την περίοδο 2007 - 2011. Την περίοδο 2012 - 2015, διευρύνθηκε με έντονο ρυθμό, με συνέπεια το 2016 να ανέλθει σε 3.875 εκατομμύρια ευρώ, ενώ το 2017 διαμορφώθηκε σε 3.835 εκατομμύρια.

Προσαρμογή

H αξία των εγχωρίως παραγομένων φαρμάκων αυξήθηκε με μέσο ετήσιο ρυθμό 10,7% την περίοδο 2002-2011.

To 2012, παρουσίασε σημαντική πτώση, ωστόσο, η ελληνική φαρμακοβιομηχανία "προσαρμόστηκε" γρήγορα στις νέες συνθήκες της εγχώριας αγοράς (αυξανόμενη ζήτηση για γενόσημα φάρμακα, εξαγωγές), με αποτέλεσμα από το 2013 η συνολική αξία των εγχωρίως παραγόμενων φαρμάκων να παρουσιάζει διαχρονική άνοδο.

Η ελληνική φαρμακοβιομηχανία, παρουσιάζει, ομολογουμένως, αισθητή βελτίωση στην οικονομική της αποδοτικότητα, ως αποτέλεσμα της αυξανόμενης χρήσης εγχωρίως παραγόμενων γενοσήμων φαρμάκων και της διεύρυνσης της εξαγωγικής δραστηριότητας.

Αντίστοιχα, οι πολυεθνικές φαρμακευτικές επιχειρήσεις συνεχίζουν να ενισχύουν τη δραστηριότητα των εγχώριων αντιπροσώπων τους και προχωρούν σε σημαντικές επενδύσεις.

Μέγεθος

Σύμφωνα με το Μάρκο Κοντοέ, senior consultant Οικονομικών Μελετών της ICAP, ο οποίος επιμελήθηκε της παρούσας μελέτης, το συνολικό μέγεθος της αγοράς φαρμάκων (σε τιμές χονδρικής) παρουσίασε αύξηση την περίοδο 2000 - 2009, με μέσο ετήσιο ρυθμό ανόδου 14,1%.

Ωστόσο, η υφεσιακή πορεία της ελληνικής οικονομίας και οι αλλεπάλληλες μειώσεις στις τιμές των φαρμάκων, είχαν ως αποτέλεσμα τη μείωση της αξίας της αγοράς από το 2010 και έπειτα.

Την τελευταία τριετία (2015 - 2017) παρουσιάζεται ελαφρώς ενισχυμένη ως αποτέλεσμα της διαχρονικά αυξανόμενης νοσοκομειακής φαρμακευτικής δαπάνης.

Από το συνολικό μέγεθος αγοράς, τo 40,5% αφορά πωλήσεις φαρμάκων που διατέθηκαν απευθείας σε νοσοκομεία, ενώ το υπόλοιπο 59,5% αφορά πωλήσεις φαρμάκων προς φαρμακεία.

Συμμόρφωση

Η Σταματίνα Παντελαίου, διευθύντρια Οικονομικών Μελετών της ICAP αναφέρει ότι η οικονομική ύφεση των προηγούμενων ετών και η ανάγκη για συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το Πρόγραμμα Οικονομικής Προσαρμογής για τον εξορθολογισμό της δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης, δημιούργησαν νέα δεδομένα και συνθήκες στην αγορά του φαρμάκου και αναπόφευκτα καθόρισαν την πορεία της.

Η επιβολή "εξοντωτικών" εκπτώσεων - κλιμακωτών εισφορών (rebate - clawback), το ύψος των οποίων διευρύνεται συνεχώς, συντηρούν το κλίμα οικονομικών πιέσεων στον κλάδο.

Το συνολικό ποσό για το 2017 ανέρχεται σε 478 εκατομμύρια ευρώ (clawback) και 402 εκατομμύρια (rebate).

Το φαινόμενο εκτιμάται ότι θα διογκωθεί τα προσεχή έτη, καθώς οι εισφορές με τις οποίες αναμένεται να επιβαρυνθούν οι φαρμακευτικές επιχειρήσεις το 2018 αγγίζουν τα 1.050 εκατομμύρια ευρώ.


Πηγή  ιατρονετ